|
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το
τελευταίο τραίνο θα έφευγε στις δώδεκα παρά τέταρτο. Έκανε ζέστη φοβερή
και ο καιρός δεν έμοιαζε καθόλου φθινοπωρινός. Μια γιαγιά με τα τέσσερα
μικρά εγγόνια της έτρωγε σταφύλια και έπαιζε μαζί τους, έχοντας κάνει
κατάληψη σ΄ ένα παγκάκι του σταθμού. Ήταν και οι μόνοι θαμώνες αυτού του
ερημικού σταθμού. Η Ιφιγένεια σκούπισε τον ιδρώτα στο λακκάκι του λαιμού της,
αλλά μια σταγόνα έτρεξε ανάμεσα στα στήθη της. Κουβαλούσε ένα μικρό
σακίδιο με κάτι λιγοστά πράγματα: τώρα της φαινόταν πολύ μεγάλο το βάρος.
Η σταγόνα τη γαργάλισε λίγο,
αλλά προτίμησε να αφεθεί στη μικρή αυτή ηδονή, παρά να μπει στον κόπο
να τη σκουπίσει. Κάθισε κι αυτή σ΄ ένα παγκάκι και ήπιε μια γερή
γουλιά νερό από το παγούρι της. Κοίταξε το ρολόι του σταθμού: ήταν
δώδεκα παρά είκοσι.
Ο νυχτερινός αέρας ήταν
αποπνικτικός και υγρός. Σου γέμιζε τα πνευμόνια με τη γλυκερή γεύση των
χωραφιών της πεδιάδας και του παραπόταμου. Η Ιφιγένεια τη γνώρισε καλά
αυτή τη γεύση τους τελευταίους μήνες. Την έζησε στο κορμί της και
-κυρίως- στο μυαλό της. Πήρε ένα παλιό κομμάτι
εφημερίδας από το πάτωμα και έκανε λίγο αέρα στο πρόσωπό της. Η ανάσα
της, της φαινόταν πολύ θορυβώδης. Είχε την εντύπωση ότι σχεδόν λαχάνιαζε,
αλλά ήταν απολύτως σίγουρη ότι αυτό ήταν δημιούργημα της φαντασίας της.
Ένα από τα παιδιά
ξέκοψε και την
πλησίασε.
- Γειά, είπε.
Η Ιφιγένεια χαμογέλασε.
- Γειά.
- Σ΄ αρέσει το τραίνο;
- Ωραίο είναι.
- Και γιατί φοβάσαι;
Η Ιφιγένεια έμεινε για λίγο
στη σιωπή.
- Ποιος σου είπε ότι
φοβάμαι;
Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι,
όχι πάνω από πέντε χρονών. Τα ξανθόμαυρα μαλλιά του ήταν πιασμένα σε δυο
κοτσιδάκια γεμάτα χάρη, και του έλειπαν και ένα-δυο μπροστινά δοντάκια.
Χαμογελούσε χωρίς να την νοιάζει και -μάλλον-
κόρδωνε κιόλας γι΄ αυτό. Έγλειφε μια ρόγα από σταφύλι και την κοίταζε με
τα πελώρια μάτια της. Ύστερα άπλωσε το χεράκι της και άγγιξε τη σταγόνα
που έτρεξε στο στήθος της. Έμειναν για λίγα δευτερόλεπτα σχεδόν
ακίνητες. Ύστερα η μικρή απομακρύνθηκε λίγο και την κοίταξε σχεδόν με
λύπη.
Η Ιφιγένεια είχε πάθει ένα μικρό σοκ και δεν ήξερε
τι έπρεπε να κάνει. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα και να το βάλει στα
πόδια. Η μικρή χαμογέλασε μ' εκείνο το
στραβό χαμόγελο επιδεικνύοντας το άδειο της στόμα. Η Ιφιγένεια πήγε να
την μαλώσει επιδεικτικά αλλά το σφύριγμα του τραίνου την πρόλαβε απλώς
με το στόμα ανοιχτό. Η μικρή έτρεξε στη γιαγιά της.
- Γιαγιά, γιαγιά...
το τραίνο!
Ο σταθμάρχης έτρεξε
-αγουροξυπνημένος φανερά, να πάρει τη θέση του στο σταθμό. Μετά από μισό
λεπτό το τραίνο έφτασε στριγκλίζοντας και τα
παιδιά με τη γιαγιά ανέβηκαν με αλαλαγμούς σ΄ ένα βαγόνι. H Ιφιγένεια έπρεπε
ν΄ ανέβει κι εκείνη στο ίδιο, αλλά προτίμησε να ψάξει για καμιά θέση στο
πιο πίσω. Βολεύτηκε σε μια θέση και πήρε μια ανάσα. "Ευτυχώς το τραίνο
είναι άδειο" σκέφτηκε. Δεν είχε καθόλου όρεξη για κουβέντα στο ταξίδι
της μέχρι την πρωτεύουσα.
Το τραίνο
έμεινε για λίγο στο σταθμό σαν κουρασμένο θηρίο... Η Ιφιγένεια έκατσε
αναπαυτικά και χαλάρωσε... Επιτέλους θα έφευγε. Μισόκλεισε τα μάτια της
και άφησε το συναίσθημα της ανακούφισης να την κυριεύσει... Πρόλαβε να
δει στις απαρχές του ύπνου της, τον άντρα με το μαύρο μπλουζάκι και τα
κοντά μαλλιά να ανεβαίνει στο τραίνο. «Τι περίεργο», σκέφτηκε στο
μεταίχμιο του ύπνου της... «Μ΄ ακολουθεί ακόμα και στα όνειρά μου»...
Ύστερα τίποτα.
|